Topic 2.2 Πλεονεκτήματα της κοινοτικής συμμετοχής

Όταν εργαζόμαστε με ανθρώπους σε καταστάσεις φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού από μια συμμετοχική προσέγγιση, το να εντάσσουμε την διάσταση της κοινότητας μπορεί να αποφέρει αμέτρητα αποτελέσματα. Αυτά τα αποτελέσματα και οι πιθανότητες έχουν ένα αντίκτυπο και στην βελτίωση των συνθηκών ζωής του ανθρώπου σε μια κατάσταση αποκλεισμού και σε ολόκληρη την κοινότητα.

Ένας βασικός άξονας σε όλο αυτό είναι η ανάπτυξη της αίσθησης της κοινότητας: Παρακάτω υπάρχουν μερικά βασικά χαρακτηριστικά που παίζουν ρόλο στην εξέλιξη αυτής της αίσθησης της κοινότητας.

  • Η αίσθηση του ανήκω: Αποτελείται από το αίσθημα πως έχω επενδύσει κομμάτι του εαυτού μου στην κοινότητα και πως ανήκω σε αυτή. Το αίσθημα του ανήκω προϋποθέτει μια προσωπική ταύτιση του ατόμου με την ομάδα και την κοινότητα (για παράδειγμα, να μιλάμε εκ μέρους της ομάδα ή να ορίζουμε τους εαυτούς μας βασισμένοι στην αίσθηση πως ανήκουμε στην ομάδα («Είμαι από…..») συνήθως προϋποθέτει την ανάπτυξη κοινών συμβόλων και κωδικών, και η υιοθέτηση αυτών των συνηθειών και άγραφων κανόνων από έναν άτομο σε μια ευάλωτη κατάσταση όπως επίσης και η δημιουργία συναισθηματικών δεσμών και μια θετική εμπειρία συναισθηματικής ασφάλειας όπως επίσης και το αίσθημα της αλληλεγγύης μεταξύ της κοινότητας και των υπόλοιπων μελών της.

 

  • Επιρροή: Αναφέρεται στην δύναμη που ασκούν τα μέλη στο συλλογικό και αμφίδρομα, στην εξουσία της δυναμικής της ομάδας και της κοινότητας πάνω στα μέλη της. Οι άνθρωποι ελκύονται περισσότεροι από ομάδες και κοινότητες που έχουν επιρροή, Με αυτό το σκεπτικό, είναι συχνό να υπάρχει μια κεντρική-περιφερειακή δομή στις κοινότητες, μέσα στην οποία τα άτομα με μια πιο έντονη αίσθηση της κοινότητας είναι τα πιο ενεργά στην δυναμική της συμμετοχής και αποτελούν σημείο αναφοράς για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες.
  • Κοινωνική ενσωμάτωση και ικανοποίηση των αναγκών: Αυτό το κομμάτι αναφέρεται σε δύο τομείς: την ύπαρξη των αξίων που μοιράζονται τα μέλη της ομάδας/κοινότητας και την ανταλλαγή πόρων για να καλύψουν τις ανάγκες των μελών.
  • Κοινή συναισθηματική σύνδεση: Είναι όταν τα μελιά αναγνωρίζουν την ύπαρξη ενός κοινού δεσμού. Αυτός ο δεσμός είναι το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης θετικής επαφής μοιράσματος εμπειριών και κοινής ιστορίας.

 

Για να εμβαθύνουμε λίγο στα μεθοδολογικά εργαλεία: Ο δείκτης της κοινότητας αναπτύχθηκε από τους Chavis και Pretty, 1999 και σε αναθεωρημένες και τροποποιημένες εκδοχές του από άλλους συγγραφείς (I. Maya. Jariego). Σχεδιάστηκε για να εξετάσει την ψυχολογική έννοια της κοινότητας σε γειτονιές με μια κλίμακα που παρείχε ένα αποτέλεσμα. Μελετώντας αυτούς τους δείκτες μας βοηθά να οπτικοποιούμε πολύ καλά τι σημαίνει όταν μιλάμε για μια αίσθηση της κοινότητας.

ΔΕΙΚΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΝΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ

Ενθάρρυνση των αναγκών

  1. Πιστεύω πως η γειτονιά μου είναι ένα καλό σημείο να ζεις.
  2. Τα άτομα στην γειτονιά μου δεν μοιράζονται τις ίδιες αξίες
  3. Οι γείτονες μου και εγώ θέλουμε το ίδιο για την γειτονιά.

Αίσθηση πως ανήκω

4.Αναγνωρίζω τους περισσότερους ανθρώπους που μένουν στην γειτονιά μου

5.Αισθάνομαι σαν το σπίτι μου στην γειτονιά μου

6.Λίγοι γείτονες με ξέρουν

 

Επιρροή

7.Ανησυχώ για το τι αισθάνονται οι γείτονες μου από την συμπεριφορά μου

8.Δεν μπορώ να επηρεάσω το πως είναι η γειτονιά μου

9.Εαν υπήρχε ένα πρόβλημα στην γειτονιά μου, οι άνθρωποι εκεί θα το έλυναν

Συναισθηματικό δέσιμο

  1. Είναι σημαντικό για μένα να ζω σε αυτή την γειτονιά
  2. Οι άνθρωποι σε αυτή την γειτονιά δεν παίρναμε συνήθως χρόνο μαζί

12. Ελπίζω να μένω σε αυτή την γειτονιά για πολύ καιρό ακόμα.

Όλες αυτές οι πτυχές έχουν αδιαμφισβήτητα ένα θετικό αντίτυπο στις ζωές των ανθρώπων σε καταστάσεις αποκλεισμού, αφού συμβάλλει με έναν ολιστικό τρόπο στην διαδικασία της ψυχολογικής ενσωμάτωσης και της προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Οι συμμετοχικές διαδικασίες της κοινότητας πρέπει να βασίζονται στις αρχές τις αυτοδιάθεσης και της αυτονομίας, και στα άτομα και στις κοινότητες.

Η αυτοδιάθεση είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της συμμετοχής, αφού, χωρίς αυτή, οι άνθρωποι, οι ομάδες και οι κοινότητες ακόμα και με τις βασικές τους ανάγκες καλυμμένες δεν ελέγχουν πλήρως το νόημα και της κατεύθυνση τους (πορεία εξέλιξης) ούτε παίρνουν αποφάσεις σχετικές με την ζωή και το μέλλον. Αυτό σημαίνει πως δεν είναι ούτε οι πρωταγωνιστές ούτε φτάνουν τα μέγιστα επίπεδα συμμετοχής στην διαδικασία. Μπορούμε να ορίσουμε την αυτοδιάθεση ως «(…) ένα συνδυασμό δεξιοτήτων, γνώσεων και απόψεων που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να προχωρά σε μια στοχοπροσηλωμένη, ελεγχόμενη από το ίδιο το άτομο και αυτόνομη συμπεριφορά. Η κατανόηση των δυνατών και των αδύνατων μας στοιχείων μαζί με την πίστη στον εαυτό μας πως είμαστε ικανοί και αποτελεσματικοί είναι βασικά για την αυτοδιάθεση. Όταν λειτουργούμε με βάση αυτές τις δεξιότητες και τις στάσεις, τα άτομα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναλάβουν τον έλεγχο της ζωής τους και να θεωρούν για τους εαυτούς τους τον ρόλο του επιτυχημένου ενήλικα στην κοινωνία» (Field, Martín, Miller and Wehmeyer, 1998).

Μέσω της αυτοδιάθεσης, (ως προ-υπόθεση σε κάθε διαδικασία) και των στοιχείων που την αποτελούν, η συμμετοχή απόκτα μεγάλο κομμάτι της αξίας της.

Η αυτονομία είναι το δικαίωμα των ατόμων, των ομάδων και των κοινοτήτων να είναι κυρίαρχοι του εαυτού τους και να διαχειρίζονται τους εαυτούς τους μέσα στην ίδια τους την σφαίρα και στους δικούς τις σκοπούς. Η αυτονομία εμφανίζεται όταν μια ομάδα είναι ανεξάρτητη στην οργάνωση και στην διαχείριση των μηχανισμών.

Με την συμμετοχή, νέοι χώροι για αλληλεπίδραση και λήψη αποφάσεων ανοίγουν στην πολιτική και την κοινωνική σκηνή, επιτρέπουν προηγουμένως την είσοδο σε αποκλεισμένους λειτουργούς, και νέα και διαφορετικά ενδιαφέροντα εμφανίζονται, που δεν είναι αυτό περιμένουμε να γενικοποιούνται αλλά λαμβάνονται υπόψη. Κάτω από αυτή την οπτική, η αυτονομία γίνεται άλλος ένας από τους όρους πριν την συμμετοχή και ένας σχετικός τομέας στις συμμετοχικές διαδικασίες.

Η κοινωνική ετερογένεια που συναντάμε όταν οργανώνουμε συμμετοχικές διαδικασίες (ομαδικές ή κοινοτικές) σημαίνει πως ένα κεντρικό επίπεδο της οργάνωσης ή της λήψης αποφάσεων, δεν είναι ικανό να δώσει μια αντιπροσωπευτική απάντηση σε διαφορετικέ απαιτήσεις ή ανάγκες του κάθε ατόμου ή της κάθε ομάδας. Η εφαρμογή ενός μοντέλου (κάτω από το παράδειγμα της κυρίαρχης εξέλιξης) δεν είναι αποτελεσματική ούτε λύνει θετικά τις συγκρούσεις ή τις εντάσεις. Για αυτό τον λόγο είναι αναγκαίο οι συμμετοχικές διαδικασίες ή οι διαδικασίες να εξασφαλίζουν έναν υψηλό βαθμό αυτονομίας που βεβαιώνουν δύο βασικές προϋποθέσεις για την αυτοδιάθεση και την συμμετοχή από τα βασικά χαρακτηριστικά στα οποία δουλεύουμε: θέση και εξουσία ώστε να είμαι, να αισθάνομαι και να μπορώ να είμαι μέρος.

Εάν την στιγμή που προωθούμε τις συμμετοχικές διαδικασίες μέσα στους οργανισμούς μας στις γειτονιές μας και στα τοπικά περιβάλλοντα, έχουμε λάβει υπόψη αυτούς τους παράγοντες, στοιχεία και επίπεδα της συμμετοχής και η προσέγγιση της εξέλιξης κάτω από την οποία η δυναμική της κοινωνίας στην οποία υπάρχουν οι άνθρωποι, το πιο πιθανό είναι να καταλήξουμε κομμάτι της διαδικασίας που δημιουργεί πιο ικανούς τοπικούς χώρους ή κοινωνίες σε αυτό το επίπεδο οι δεσμοί είναι πιο ισχυροί) και με περισσότερες πολιτικές ικανότητες γιατί τα ίδια τα μέλη έχουν ορίσει το μοντέλο του οργανισμού και της κοινωνίας στην οποία συμμετέχουν.

Κάθε συμμετοχική διαδικασία της κοινότητας απαιτεί την συμμετοχή διαφορετικών και πολυφωνικών λειτουργών.

Εάν δουλεύουμε με μια ομάδα ανθρώπων σε μια κατάσταση αποκλεισμού και θέλουμε να προωθήσουμε την κοινοτική συμμετοχή αυτών των ανθρώπων, ένα από τα καθήκοντα μας είναι να συνδέσουμε αυτή την αυτή την ομάδα με τους υπόλοιπους λειτουργούς της κοινότητας, αυτό σημαίνει και μέσα στο υπάρχον κοινωνικό δίκτυο και με θεσμικούς φορείς και πόρους.

Ξεκινώντας μια συμμετοχική διαδικασία ή εγκαθιστώντας έναν σταθερό χώρο για συμμετοχή επίσης σημαίνει να διευκρινίζουμε τους ρόλους διαφορετικών λειτουργών που θα εμπλακούν στην εξέλιξη της.

Πληθυσμός/πολιτική ταυτότητα

Σε προσωπικό-ατομικό επίπεδο

Σύλλογοι και οργανώσεις

Ομάδες ενδιαφερόντων, συλλογικά και κοινωνικά κινήματα

Θεσμοί

Πολιτικοί και κυβερνητικοί εκπρόσωποι

Τοπικές, περιφερειακές και εθνικές διοικήσεις

Πόροι

Το τεχνικά εξιδεικευμένο προσωπικό και ή επαγγελματική ομάδα των υπηρεσιών (δημόσια ή ιδιωτικοί)